σαρματικός

-ή, ό / σαρματικός, -ή, -όν, ΝΑ και σαυροματικός Α [Σαρμάτης]
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους Σαρμάτες ή στη Σαρματία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαρμάτιος — α, ο, Ν 1. σαρματικός 2. φρ. «σαρμάτια βαθμίδα» ή, απλώς, «το σαρμάτιο» γεωλ. μεγάλη υποδιαίρεση τού μειοκαίνου και τών πετρωμάτων που σχηματίστηκαν κατά τη διάρκειά της, μία από τις έξι βαθμίδες του, που ακολουθεί την ταρνόνια και προηγείται τής …   Dictionary of Greek

  • σαυροματικός — ή, όν, Α βλ. σαρματικός …   Dictionary of Greek

  • Ηνίοχοι — Αρχαίος σαρματικός λαός που κατοικούσε στη βόρεια παραλία του Ευξείνου, στην Ηνιοχία. Σύμφωνα με την παράδοση, κατάγονταν από τους Αργοναύτες αδελφούς Κρέκα και Αμφίστρατο, ηνίοχους των Διοσκούρων, που έμειναν στην Κολχίδα και ζούσαν από την… …   Dictionary of Greek

  • Ιάζυγες — Αρχαίος νομαδικός σαρματικός λαός. Αρχικά ζούσε στις όχθες της Μαιώτιδας λίμνης (σημερινή Αζοφική θάλασσα στον Εύξεινο Πόντο). Περίπου το 50 π.Χ., με τη σαρματική επέκταση, κατοίκησε στις όχθες τού κάτω Δούναβη και αργότερα μετακινήθηκε προς τα Δ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.